τράγος


τράγος
козёл

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "τράγος" в других словарях:

  • Τράγος — ο пергаментный свиток , содержащий Типикон, утвержденный императором Иоанном Цимискисом. Древнейший документ Святой Горы Афон …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Τράγος — he goat masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τράγος — he goat masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τράγος — Μικρό νησί στον Ευβοϊκό κόλπο, στη συστάδα των Πεταλιών. Στο νησί λειτουργεί αυτόματος φάρος. * * * ο, ΝΜΑ 1. αρσενική αίγα 2. ανατ. δερματικό έπαρμα τριγωνικό και αποπεπλατυσμένο, μπροστά από το στόμιο τού έξω ακουστικού πόρου νεοελλ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • τράγος — [трагос] ους. а козел …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • τράγος — ο 1. το αρσενικό γίδι, τραγί. 2. κληρικός. 3. μικρή προεξοχή στο πτερύγιο του αυτιού. 4. είδος πόας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποδιοπομπαίος τράγος — Βιβλικός όρος. Γι’ αυτόν γίνεται λόγος στο τελετουργικό της γιορτής του εξιλασμού (Λευιτικό 16), που τη γιόρταζαν οι Ισραηλίτες κάθε φθινόπωρο, στις δέκα του μήνα Τισρεΐ (Σεπτέμβριος Οκτώβριος). Κατά την ημέρα αυτή, που ιερείς και λαός ζητούσαν… …   Dictionary of Greek

  • Τράγε — Τράγος he goat masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τράγε — τράγος he goat masc voc sg τράγω pres imperat act 2nd sg τράγω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) τρώγω gnaw aor imperat act 2nd sg τρώγω gnaw aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τράγοι — Τράγος he goat masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τράγοι — τράγος he goat masc nom/voc pl τράγοῑ , τράγω pres opt act 3rd sg τράγοῑ , τρώγω gnaw aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)